Η Ιρανική οικονομία - και ο λαός της χώρας - υποφέρει αλλά έχει συνηθίσει στην απομόνωση καθώς το διακύβευμα για το καθεστώς και τον λαό είναι τεράστιο…
Η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έχει εισέλθει σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση.
Ο αρχικός στόχος της Ουάσιγκτον ήταν να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε μια συμφωνία που θα περιόριζε οριστικά το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Όσο όμως η σύγκρουση παρατείνεται και οι πιθανότητες μιας συνολικής συμφωνίας μειώνονται, η αμερικανική στρατηγική μετατοπίζεται.
Ο Donald Trump φαίνεται πλέον να ποντάρει περισσότερο στην οικονομική ασφυξία παρά σε έναν νέο πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον έχει εγκαταλείψει την πίεση.
Αντίθετα, σημαίνει ότι επιχειρεί να την ασκήσει με διαφορετικό τρόπο.
Οι κυρώσεις, ο περιορισμός των πετρελαϊκών εσόδων, η απομόνωση του Ιράν από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και ο αποκλεισμός των λιμανιών αποτελούν πλέον τον πυρήνα μιας στρατηγικής «μέγιστης πίεσης», η οποία έχει ως στόχο να καταστήσει την οικονομική επιβίωση της Τεχεράνης ολοένα δυσκολότερη.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, συνεργάτες του Trump έχουν παρουσιάσει στον Αμερικανό πρόεδρο στοιχεία που αποτυπώνουν το μέγεθος της οικονομικής ζημιάς που έχουν ήδη προκαλέσει οι κυρώσεις.
Η εκτίμηση που φαίνεται να ενισχύεται στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης είναι ότι το Ιράν βρίσκεται ήδη σε τόσο ευάλωτη θέση ώστε μια νέα γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση δεν είναι αναγκαία και πιθανότατα θα ήταν αντιπαραγωγική.
Η λογική της Ουάσιγκτον είναι απλή: εάν η οικονομία του Ιράν μπορεί να οδηγηθεί στο σημείο όπου η Τεχεράνη θα αναγκαστεί να διαπραγματευτεί, τότε ο Trump μπορεί να επιτύχει τον πολιτικό του στόχο χωρίς να εμπλακεί σε έναν πόλεμο που θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια και να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες στις αμερικανικές τιμές ενέργειας.

Η οικονομία είναι πλέον το βασικό πεδίο μάχης
Το Ιράν μπαίνει σε αυτή τη φάση ήδη εξαιρετικά αποδυναμωμένο αλλά και... εκπαιδευμένο να αντέχει.
Χρόνια κυρώσεων, κακοδιαχείρισης, δημοσιονομικών ανισορροπιών και περιορισμένης πρόσβασης στις διεθνείς αγορές είχαν δημιουργήσει μια εύθραυστη οικονομία πριν ακόμη ξεσπάσει η νέα πολεμική κρίση.
Τώρα η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει μέσο πληθωρισμό περίπου 68,9% για το 2026, επίπεδο που θα ήταν το υψηλότερο από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.
Ο αριθμός αυτός δεν είναι απλώς ένας μακροοικονομικός δείκτης.
Μεταφράζεται σε καθημερινή κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης.
Οι λίστες αγορών των ιρανικών οικογενειών συρρικνώνονται.
Τα φρούτα, τα γαλακτοκομικά και άλλα προϊόντα που δεν θεωρούνται απολύτως απαραίτητα βγαίνουν πρώτα από το οικογενειακό καλάθι.
Οι τιμές βασικών τροφίμων αυξάνονται μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ οι οικογένειες διαθέτουν πλέον περίπου 70% του εισοδήματός τους για βασικά τρόφιμα, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται ιρανικά μέσα.
Με κατώτατο μηνιαίο μισθό περίπου 100 δολάρια, η υποτίμηση του νομίσματος αποκτά τεράστια κοινωνική σημασία.
Το πρόβλημα είναι ότι ο πληθωρισμός δημιουργεί έναν αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό οικονομικής πίεσης. Η πτώση της αξίας του νομίσματος αυξάνει τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων.
Οι υψηλότερες τιμές ενισχύουν τον πληθωρισμό.
Ο πληθωρισμός κάνει τους πολίτες να εγκαταλείπουν το νόμισμα και να αναζητούν δολάρια, χρυσό ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, προκαλώντας νέα πίεση στην ισοτιμία.
Η οικονομία κινδυνεύει έτσι να εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο πληθωρισμού, υποτίμησης, ύφεσης και έλλειψης συναλλάγματος.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο θέλει να χτυπήσει ο Trump.

Γιατί η Ουάσιγκτον προτιμά την οικονομική πίεση
Ο Trump έχει όμως ένα πρόβλημα: δεν μπορεί να πιέζει το Ιράν χωρίς να υπολογίζει το κόστος για την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου, να αυξήσει τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ και να επιβαρύνει τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με έναν από τους βασικούς οικονομικούς στόχους της κυβέρνησης.
Ο J.D. Vance έχει χαρακτηρίσει τη διατήρηση χαμηλών τιμών ενέργειας ως κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησης Trump.
Επομένως, η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο.
Θέλει να αυξήσει την πίεση στο Ιράν, αλλά δεν θέλει η πίεση αυτή να προκαλέσει μια ενεργειακή κρίση που θα επιστρέψει ως μπούμερανγκ στην αμερικανική οικονομία.
Αυτό εξηγεί τη μετατόπιση προς τις κυρώσεις και τον οικονομικό αποκλεισμό.
Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να δημιουργήσει μια κατάσταση στην οποία το Ιράν θα υποστεί το μεγαλύτερο μέρος του κόστους, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποφύγουν μια νέα μεγάλη στρατιωτική εμπλοκή.
Το σχέδιο, ωστόσο, έχει μια μεγάλη αδυναμία.
Το Ιράν διαθέτει το Hormuz.

Το Hormuz είναι το σημείο μόχλευσης του Ιράν
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν το ισχυρότερο στρατηγικό χαρτί της Τεχεράνης.
Η χώρα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ σε οικονομική ή στρατιωτική ισχύ. Μπορεί όμως να επηρεάσει την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Και αυτό αλλάζει ολόκληρη την εξίσωση.
Εάν η Τεχεράνη περιορίσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά, το πρόβλημα δεν παραμένει ιρανικό. Μεταφέρεται στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Τα στοιχεία για τη ναυσιπλοΐα δείχνουν ήδη το μέγεθος της διαταραχής.
Σύμφωνα με την Kpler, μόλις 13 πλοία διέσχισαν τα Στενά σε μία ημέρα τον Αύγουστο, έναντι περισσότερων από 130 ημερησίως πριν από τον πόλεμο.
Τον Ιούλιο περνούσαν περίπου 26 πλοία την ημέρα.
Αυτό σημαίνει ότι η Τεχεράνη δεν χρειάζεται καν να κλείσει πλήρως το Hormuz .
Αρκεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα.
Οι ναυτιλιακές εταιρείες αυξάνουν το κόστος ασφάλισης, τα πλοία αποφεύγουν την περιοχή και οι αγορές αρχίζουν να τιμολογούν υψηλότερο γεωπολιτικό κίνδυνο.
Το Ιράν μετατρέπει έτσι τη γεωγραφική του θέση σε οικονομικό όπλο.
Η λογική είναι ότι όσο περισσότερο πιέζει η Ουάσιγκτον την ιρανική οικονομία, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κίνητρο της Τεχεράνης να αυξήσει το κόστος για την παγκόσμια οικονομία.
Η μάχη δεν είναι πλέον μόνο για τα πυρηνικά
Εδώ βρίσκεται και η σημαντικότερη αλλαγή στη σύγκρουση.
Το πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει κρίσιμο, αλλά η πραγματική αντιπαράθεση έχει διευρυνθεί: Πλέον αφορά ταυτόχρονα το πετρέλαιο, το συνάλλαγμα, τις κυρώσεις, τις θαλάσσιες μεταφορές και τον έλεγχο των ενεργειακών ροών.
Η Ουάσιγκτον θέλει να χρησιμοποιήσει την οικονομική ασφυξία για να ανοίξει ξανά τον δρόμο προς μια συμφωνία.
Η Τεχεράνη θέλει να χρησιμοποιήσει το Hormuz για να αποδείξει ότι η οικονομική της απομόνωση έχει κόστος και για τους αντιπάλους της.
Είναι ένας κλασικός ασύμμετρος πόλεμος.
Η Αμερική διαθέτει το δολάριο, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων.
Το Ιράν διαθέτει την ενέργεια, τη γεωγραφία και τη δυνατότητα να διαταράξει μια κρίσιμη αρτηρία του παγκόσμιου εμπορίου.

Η Τεχεράνη έχει τον χρόνο με το μέρος της
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιρανικής στρατηγικής είναι ότι η Τεχεράνη φαίνεται να πιστεύει πως ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της.
Ο Ali Vaez του International Crisis Group έχει επισημάνει ότι η ιρανική ηγεσία έχει αντλήσει ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα από τις προηγούμενες συγκρούσεις της με την Ουάσιγκτον: εάν αντέξει αρκετά, κάποια στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να είναι εκείνες που θα αλλάξουν πορεία.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Για την αμερικανική κυβέρνηση, ο χρόνος έχει οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Η παρατεταμένη κρίση μπορεί να αυξήσει τις τιμές ενέργειας, να ενισχύσει τον πληθωρισμό και να δημιουργήσει πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό.
Για το Ιράν, ο χρόνος έχει διαφορετική σημασία.
Η Τεχεράνη έχει ήδη μάθει να λειτουργεί υπό κυρώσεις και μπορεί να μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στην κοινωνία, προστατεύοντας παράλληλα τους πόρους που θεωρεί κρίσιμους για την επιβίωση του καθεστώτος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν δεν κινδυνεύει.
Αντίθετα, η οικονομική κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Με πληθωρισμό σχεδόν 69%, σοβαρές ελλείψεις, μειωμένες πετρελαϊκές εξαγωγές και περιορισμένη πρόσβαση σε συνάλλαγμα, η χώρα κινδυνεύει να εισέλθει σε μια πολύ βαθύτερη οικονομική κρίση.
Αλλά οικονομική καταστροφή δεν σημαίνει αυτόματα πολιτική συνθηκολόγηση.

Η «οικονομία επιβίωσης» του Ιράν
Η Τεχεράνη φαίνεται να προσαρμόζει πλέον την οικονομία της σε ένα μοντέλο επιβίωσης.
Το κράτος περιορίζει την κατανάλωση ενέργειας, ελέγχει το συνάλλαγμα, προστατεύει στρατηγικές εισαγωγές και μεταφέρει μεγάλο μέρος του κόστους στα νοικοκυριά.
Η κοινωνία φτωχοποιείται, αλλά το κράτος προσπαθεί να διατηρήσει τους μηχανισμούς που θεωρεί απαραίτητους για την επιβίωσή του.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της αμερικανικής στρατηγικής.
Οι κυρώσεις μπορούν να καταστρέψουν την οικονομία χωρίς να καταστρέψουν την πολιτική εξουσία.
Εάν το καθεστώς είναι διατεθειμένο να δεχθεί υψηλό κοινωνικό κόστος, τότε η Ουάσιγκτον χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο για να πετύχει τον στόχο της.
Και όσο περνά ο χρόνος, αυξάνεται η πιθανότητα το Ιράν να χρησιμοποιήσει το Hormuz με πιο επιθετικό τρόπο.
Ποιος θα λυγίσει πρώτος;
Η σημερινή αντιπαράθεση ΗΠΑ - Ιράν έχει επομένως μετατραπεί σε μια μάχη οικονομικής αντοχής.
Ο Trump πιστεύει ότι η ιρανική οικονομία βρίσκεται αρκετά κοντά στο όριο ώστε η περαιτέρω πίεση να αναγκάσει την Τεχεράνη σε διαπραγμάτευση. Γι' αυτό προτιμά το «διπλό χτύπημα» των νέων κυρώσεων και του ναυτικού αποκλεισμού αντί για έναν νέο ολοκληρωτικό πόλεμο.
Η Τεχεράνη, αντίθετα, πιστεύει ότι μπορεί να αντέξει την οικονομική ασφυξία περισσότερο από όσο μπορεί η Ουάσιγκτον να αντέξει τις συνέπειες μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό στοίχημα.
Ο Trump προσπαθεί να κάνει το Ιράν να πληρώσει το κόστος της σύγκρουσης.
Το Ιράν προσπαθεί να κάνει την Αμερική και την παγκόσμια οικονομία να πληρώσουν μέρος αυτού του κόστους.
Το Hormuz είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η Τεχεράνη μπορεί να το πετύχει.
Εάν η αμερικανική οικονομική πίεση γίνει αρκετά ισχυρή ώστε να απειλήσει την επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος, η Τεχεράνη έχει ισχυρό κίνητρο να αυξήσει την πίεση στις ενεργειακές ροές.
Εάν, αντίθετα, οι περιορισμοί στο Hormuz προκαλέσουν μεγάλη άνοδο στις τιμές πετρελαίου, η αμερικανική στρατηγική θα αρχίσει να αποκτά σημαντικό οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Γι' αυτό η κρίση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας διμερούς σύγκρουσης.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν το Ιράν θα υποχωρήσει στο πυρηνικό ζήτημα.
Είναι ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο σε έναν πόλεμο οικονομικής φθοράς.
Ο Trump ποντάρει στην κατάρρευση της ιρανικής οικονομίας.
Η Τεχεράνη ποντάρει στην αντοχή της και στο Ηormuz.
Και όσο καμία από τις δύο πλευρές δεν υποχωρεί, ο κίνδυνος είναι ότι η προσπάθεια οικονομικής ασφυξίας του Ιράν μπορεί τελικά να εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: ένα νέο παγκόσμιο ενεργειακό και πληθωριστικό σοκ.
www.bankingnews.gr
Ο αρχικός στόχος της Ουάσιγκτον ήταν να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε μια συμφωνία που θα περιόριζε οριστικά το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Όσο όμως η σύγκρουση παρατείνεται και οι πιθανότητες μιας συνολικής συμφωνίας μειώνονται, η αμερικανική στρατηγική μετατοπίζεται.
Ο Donald Trump φαίνεται πλέον να ποντάρει περισσότερο στην οικονομική ασφυξία παρά σε έναν νέο πόλεμο πλήρους κλίμακας.
Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον έχει εγκαταλείψει την πίεση.
Αντίθετα, σημαίνει ότι επιχειρεί να την ασκήσει με διαφορετικό τρόπο.
Οι κυρώσεις, ο περιορισμός των πετρελαϊκών εσόδων, η απομόνωση του Ιράν από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και ο αποκλεισμός των λιμανιών αποτελούν πλέον τον πυρήνα μιας στρατηγικής «μέγιστης πίεσης», η οποία έχει ως στόχο να καταστήσει την οικονομική επιβίωση της Τεχεράνης ολοένα δυσκολότερη.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, συνεργάτες του Trump έχουν παρουσιάσει στον Αμερικανό πρόεδρο στοιχεία που αποτυπώνουν το μέγεθος της οικονομικής ζημιάς που έχουν ήδη προκαλέσει οι κυρώσεις.
Η εκτίμηση που φαίνεται να ενισχύεται στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης είναι ότι το Ιράν βρίσκεται ήδη σε τόσο ευάλωτη θέση ώστε μια νέα γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση δεν είναι αναγκαία και πιθανότατα θα ήταν αντιπαραγωγική.
Η λογική της Ουάσιγκτον είναι απλή: εάν η οικονομία του Ιράν μπορεί να οδηγηθεί στο σημείο όπου η Τεχεράνη θα αναγκαστεί να διαπραγματευτεί, τότε ο Trump μπορεί να επιτύχει τον πολιτικό του στόχο χωρίς να εμπλακεί σε έναν πόλεμο που θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια και να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες στις αμερικανικές τιμές ενέργειας.
Η οικονομία είναι πλέον το βασικό πεδίο μάχης
Το Ιράν μπαίνει σε αυτή τη φάση ήδη εξαιρετικά αποδυναμωμένο αλλά και... εκπαιδευμένο να αντέχει.
Χρόνια κυρώσεων, κακοδιαχείρισης, δημοσιονομικών ανισορροπιών και περιορισμένης πρόσβασης στις διεθνείς αγορές είχαν δημιουργήσει μια εύθραυστη οικονομία πριν ακόμη ξεσπάσει η νέα πολεμική κρίση.
Τώρα η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει μέσο πληθωρισμό περίπου 68,9% για το 2026, επίπεδο που θα ήταν το υψηλότερο από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.
Ο αριθμός αυτός δεν είναι απλώς ένας μακροοικονομικός δείκτης.
Μεταφράζεται σε καθημερινή κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης.
Οι λίστες αγορών των ιρανικών οικογενειών συρρικνώνονται.
Τα φρούτα, τα γαλακτοκομικά και άλλα προϊόντα που δεν θεωρούνται απολύτως απαραίτητα βγαίνουν πρώτα από το οικογενειακό καλάθι.
Οι τιμές βασικών τροφίμων αυξάνονται μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ οι οικογένειες διαθέτουν πλέον περίπου 70% του εισοδήματός τους για βασικά τρόφιμα, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται ιρανικά μέσα.
Με κατώτατο μηνιαίο μισθό περίπου 100 δολάρια, η υποτίμηση του νομίσματος αποκτά τεράστια κοινωνική σημασία.
Το πρόβλημα είναι ότι ο πληθωρισμός δημιουργεί έναν αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό οικονομικής πίεσης. Η πτώση της αξίας του νομίσματος αυξάνει τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων.
Οι υψηλότερες τιμές ενισχύουν τον πληθωρισμό.
Ο πληθωρισμός κάνει τους πολίτες να εγκαταλείπουν το νόμισμα και να αναζητούν δολάρια, χρυσό ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, προκαλώντας νέα πίεση στην ισοτιμία.
Η οικονομία κινδυνεύει έτσι να εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο πληθωρισμού, υποτίμησης, ύφεσης και έλλειψης συναλλάγματος.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο θέλει να χτυπήσει ο Trump.
Γιατί η Ουάσιγκτον προτιμά την οικονομική πίεση
Ο Trump έχει όμως ένα πρόβλημα: δεν μπορεί να πιέζει το Ιράν χωρίς να υπολογίζει το κόστος για την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου, να αυξήσει τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ και να επιβαρύνει τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με έναν από τους βασικούς οικονομικούς στόχους της κυβέρνησης.
Ο J.D. Vance έχει χαρακτηρίσει τη διατήρηση χαμηλών τιμών ενέργειας ως κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησης Trump.
Επομένως, η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο.
Θέλει να αυξήσει την πίεση στο Ιράν, αλλά δεν θέλει η πίεση αυτή να προκαλέσει μια ενεργειακή κρίση που θα επιστρέψει ως μπούμερανγκ στην αμερικανική οικονομία.
Αυτό εξηγεί τη μετατόπιση προς τις κυρώσεις και τον οικονομικό αποκλεισμό.
Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να δημιουργήσει μια κατάσταση στην οποία το Ιράν θα υποστεί το μεγαλύτερο μέρος του κόστους, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποφύγουν μια νέα μεγάλη στρατιωτική εμπλοκή.
Το σχέδιο, ωστόσο, έχει μια μεγάλη αδυναμία.
Το Ιράν διαθέτει το Hormuz.
Το Hormuz είναι το σημείο μόχλευσης του Ιράν
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν το ισχυρότερο στρατηγικό χαρτί της Τεχεράνης.
Η χώρα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ σε οικονομική ή στρατιωτική ισχύ. Μπορεί όμως να επηρεάσει την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Και αυτό αλλάζει ολόκληρη την εξίσωση.
Εάν η Τεχεράνη περιορίσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά, το πρόβλημα δεν παραμένει ιρανικό. Μεταφέρεται στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Τα στοιχεία για τη ναυσιπλοΐα δείχνουν ήδη το μέγεθος της διαταραχής.
Σύμφωνα με την Kpler, μόλις 13 πλοία διέσχισαν τα Στενά σε μία ημέρα τον Αύγουστο, έναντι περισσότερων από 130 ημερησίως πριν από τον πόλεμο.
Τον Ιούλιο περνούσαν περίπου 26 πλοία την ημέρα.
Αυτό σημαίνει ότι η Τεχεράνη δεν χρειάζεται καν να κλείσει πλήρως το Hormuz .
Αρκεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα.
Οι ναυτιλιακές εταιρείες αυξάνουν το κόστος ασφάλισης, τα πλοία αποφεύγουν την περιοχή και οι αγορές αρχίζουν να τιμολογούν υψηλότερο γεωπολιτικό κίνδυνο.
Το Ιράν μετατρέπει έτσι τη γεωγραφική του θέση σε οικονομικό όπλο.
Η λογική είναι ότι όσο περισσότερο πιέζει η Ουάσιγκτον την ιρανική οικονομία, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κίνητρο της Τεχεράνης να αυξήσει το κόστος για την παγκόσμια οικονομία.
Η μάχη δεν είναι πλέον μόνο για τα πυρηνικά
Εδώ βρίσκεται και η σημαντικότερη αλλαγή στη σύγκρουση.
Το πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει κρίσιμο, αλλά η πραγματική αντιπαράθεση έχει διευρυνθεί: Πλέον αφορά ταυτόχρονα το πετρέλαιο, το συνάλλαγμα, τις κυρώσεις, τις θαλάσσιες μεταφορές και τον έλεγχο των ενεργειακών ροών.
Η Ουάσιγκτον θέλει να χρησιμοποιήσει την οικονομική ασφυξία για να ανοίξει ξανά τον δρόμο προς μια συμφωνία.
Η Τεχεράνη θέλει να χρησιμοποιήσει το Hormuz για να αποδείξει ότι η οικονομική της απομόνωση έχει κόστος και για τους αντιπάλους της.
Είναι ένας κλασικός ασύμμετρος πόλεμος.
Η Αμερική διαθέτει το δολάριο, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων.
Το Ιράν διαθέτει την ενέργεια, τη γεωγραφία και τη δυνατότητα να διαταράξει μια κρίσιμη αρτηρία του παγκόσμιου εμπορίου.

Η Τεχεράνη έχει τον χρόνο με το μέρος της
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιρανικής στρατηγικής είναι ότι η Τεχεράνη φαίνεται να πιστεύει πως ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της.
Ο Ali Vaez του International Crisis Group έχει επισημάνει ότι η ιρανική ηγεσία έχει αντλήσει ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα από τις προηγούμενες συγκρούσεις της με την Ουάσιγκτον: εάν αντέξει αρκετά, κάποια στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να είναι εκείνες που θα αλλάξουν πορεία.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Για την αμερικανική κυβέρνηση, ο χρόνος έχει οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Η παρατεταμένη κρίση μπορεί να αυξήσει τις τιμές ενέργειας, να ενισχύσει τον πληθωρισμό και να δημιουργήσει πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό.
Για το Ιράν, ο χρόνος έχει διαφορετική σημασία.
Η Τεχεράνη έχει ήδη μάθει να λειτουργεί υπό κυρώσεις και μπορεί να μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στην κοινωνία, προστατεύοντας παράλληλα τους πόρους που θεωρεί κρίσιμους για την επιβίωση του καθεστώτος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν δεν κινδυνεύει.
Αντίθετα, η οικονομική κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Με πληθωρισμό σχεδόν 69%, σοβαρές ελλείψεις, μειωμένες πετρελαϊκές εξαγωγές και περιορισμένη πρόσβαση σε συνάλλαγμα, η χώρα κινδυνεύει να εισέλθει σε μια πολύ βαθύτερη οικονομική κρίση.
Αλλά οικονομική καταστροφή δεν σημαίνει αυτόματα πολιτική συνθηκολόγηση.

Η «οικονομία επιβίωσης» του Ιράν
Η Τεχεράνη φαίνεται να προσαρμόζει πλέον την οικονομία της σε ένα μοντέλο επιβίωσης.
Το κράτος περιορίζει την κατανάλωση ενέργειας, ελέγχει το συνάλλαγμα, προστατεύει στρατηγικές εισαγωγές και μεταφέρει μεγάλο μέρος του κόστους στα νοικοκυριά.
Η κοινωνία φτωχοποιείται, αλλά το κράτος προσπαθεί να διατηρήσει τους μηχανισμούς που θεωρεί απαραίτητους για την επιβίωσή του.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της αμερικανικής στρατηγικής.
Οι κυρώσεις μπορούν να καταστρέψουν την οικονομία χωρίς να καταστρέψουν την πολιτική εξουσία.
Εάν το καθεστώς είναι διατεθειμένο να δεχθεί υψηλό κοινωνικό κόστος, τότε η Ουάσιγκτον χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο για να πετύχει τον στόχο της.
Και όσο περνά ο χρόνος, αυξάνεται η πιθανότητα το Ιράν να χρησιμοποιήσει το Hormuz με πιο επιθετικό τρόπο.
Ποιος θα λυγίσει πρώτος;
Η σημερινή αντιπαράθεση ΗΠΑ - Ιράν έχει επομένως μετατραπεί σε μια μάχη οικονομικής αντοχής.
Ο Trump πιστεύει ότι η ιρανική οικονομία βρίσκεται αρκετά κοντά στο όριο ώστε η περαιτέρω πίεση να αναγκάσει την Τεχεράνη σε διαπραγμάτευση. Γι' αυτό προτιμά το «διπλό χτύπημα» των νέων κυρώσεων και του ναυτικού αποκλεισμού αντί για έναν νέο ολοκληρωτικό πόλεμο.
Η Τεχεράνη, αντίθετα, πιστεύει ότι μπορεί να αντέξει την οικονομική ασφυξία περισσότερο από όσο μπορεί η Ουάσιγκτον να αντέξει τις συνέπειες μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό στοίχημα.
Ο Trump προσπαθεί να κάνει το Ιράν να πληρώσει το κόστος της σύγκρουσης.
Το Ιράν προσπαθεί να κάνει την Αμερική και την παγκόσμια οικονομία να πληρώσουν μέρος αυτού του κόστους.
Το Hormuz είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η Τεχεράνη μπορεί να το πετύχει.
Εάν η αμερικανική οικονομική πίεση γίνει αρκετά ισχυρή ώστε να απειλήσει την επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος, η Τεχεράνη έχει ισχυρό κίνητρο να αυξήσει την πίεση στις ενεργειακές ροές.
Εάν, αντίθετα, οι περιορισμοί στο Hormuz προκαλέσουν μεγάλη άνοδο στις τιμές πετρελαίου, η αμερικανική στρατηγική θα αρχίσει να αποκτά σημαντικό οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Γι' αυτό η κρίση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας διμερούς σύγκρουσης.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν το Ιράν θα υποχωρήσει στο πυρηνικό ζήτημα.
Είναι ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο σε έναν πόλεμο οικονομικής φθοράς.
Ο Trump ποντάρει στην κατάρρευση της ιρανικής οικονομίας.
Η Τεχεράνη ποντάρει στην αντοχή της και στο Ηormuz.
Και όσο καμία από τις δύο πλευρές δεν υποχωρεί, ο κίνδυνος είναι ότι η προσπάθεια οικονομικής ασφυξίας του Ιράν μπορεί τελικά να εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: ένα νέο παγκόσμιο ενεργειακό και πληθωριστικό σοκ.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών